Ήταν, είναι, μα κι οφείλει να είναι ‘’Μέγα το της θαλάσσης κρἀτος’’… 

Μέγα το της θαλάσσης κράτος έιχε πεί κάποτε ο Περικλής, και τούτο και πάλι απαντά ακριβώς στον πυρήνα του εθνικού μας προβλήματος. Όπως και τότε, έτσι και τώρα, ο Ελληνισμός είναι εκ φύσεως συνυφασμένος με την θάλασσα. Όπως τότε, έτσι και κατά την σύγχρονη ιστορία μας, οι Έλληνες παραδοσιακώς διατηρούμε την ναυτική κυριαρχία στον ευρύτερο θαλάσσιο χώρο του Αιγαίου, ακόμη και πριν από την εποχή πρό της Επαναστάσεως του 1821. Και ακριβώς ένας από τους λόγους για τους οποίους η τελευταία ελληνική επανάσταση πέτυχε (σε αντίθεση με όλες τις προηγούμενες), ήταν γιατί οι Έλληνες κυριαρχούσαν πλέον στην θάλασσα με τον καλά εξοπλισμένο εμπορικό αλλά και λαθρεμπορικό στόλο που είχαν αποκτήσει, ιδιαιτέρως κατα τους ευρωπαϊκούς (Ναπολεοντίους) πολέμους των τριών τελευταίων δεκαετιών. 

Και 80 χρόνια αργότερα, κατά τον πρώτο βαλκανικό πόλεμο, το ισχυρό ελληνικό πολεμικό ναυτικό θα είναι ο λόγος για τον οποίον,  με τις προσπάθιες του τότε προθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου, η Ελλάδα έγινε μετά βίας δεκτή στην βαλκανική συμμαχία (καθώς ήταν απαραίτητο το ελληνικό πολεμικό ναυτικό για να αποκόψει τις όποιες ενισχύσεις από την Ανατολία προς το βαλκανικό μέτωπο δια θαλάσσης), συμμετοχή στην οποία οφείλεται τελικώς η ενσωμάτωση στο νεότευκτο ελληνικό κράτος της Βορέιου Ελλάδος, της Κρήτης αλλά και των υπολοίπων μη απελευθερωμένων μέχρι τότε νήσων του Αιγαίου (πλην των νήσων Καρπάθου, Ρόδου και των υπολοίπων Δωδεκανήσων τα οποία είχαν προσφάτως κατακτηθεί από την Ιταλία, αλλά και της Ιμβρου και της Τενέδου οι οποίες παρέμειναν υπό ξένη κυριαρχία). Και ακριβώς χάρις στην θαλασσοκρατία του πολεμικού μας ναυτικού απευλευθερώθηκαν, κρατήθηκαν και αργότερα κατοχυρώθηκαν με συνθήκη οι νησιωτικές αυτές περιοχές (αλλά και κάποιες ηπειρωτηκές όπως η Καβάλα). Τα ξύλινα τείχη του Θεμιστικλή, πλέον δεν υπερασπίζονταν απλώς την πατρίδα, την απελευθέρωναν.

 Όμως, με ακτογραμμή σχεδόν 15.000 χιλιομέτρων, με το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού να κατοικεί σε παράκτιες περιοχές, με το μεγαλύτερο μέρος των υποδομών, των σημαντικών αστικών κέντρων (Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πάτρα, Ηράκλειο κλπ) αλλά και των κύριων οδικών αξόνων να είναι ευάλωτα σε από θαλάσσης προσβολή, αλλα και σημαντικό μέρος του ελλαδικού χώρου να αποτελείται από νησιωτικές περιοχές, η ναυτική ισχύς ήταν ιστορικά αλλά και παραμένει ζωτικής σημασίας. Και όσο μεγαλύτερη είναι η ακτογραμμή μιας χώρας, κι όσο μικρότερη ταυτοχρόνως η πληθυσμιακή της ισχύς, τόσο πιο ευάλωτη δια θαλάσσης είναι η χώρα αυτή, σύμφωνα με τις θεωρείες της ναυτικής ισχύος. Και για αυτούς τους λόγους, αμέσως μετά τους Βαλκανικούς πολέμους, η Ελλάδα συντάχθηκε με τις ναυτικές δυνάμεις κατά τον Ά Παγκόσμιο πόλεμο, από τον οποίο εξήλθε ώντας στην πλευρά των νικήτών. Κι αυτό βέβαια έπραξε και κατά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο το 1940, του οποίου την 80η επέτειο εορτάσαμε προ δύο ημερών. Και στο γεγονός αυτό πάλι οφείλουμε την ενσωμάτωση του τόπου μας, των Δωδεκανήσων, τελευταίων από όλες τις ελεύθερες ελληνικές περιοχές, στην μητέρα Ελλάδα. 

Παρόλο όμως που είναι εμφανές και μόνο από την ιστορική πορεία του Ελληνισμού, με το 25% του ελληνικού ΑΕΠ να προέρχεται από τον τουρισμό (ο οποίος στην συντριπτική του πλειοψηφία αποτελεί δραστηριότητα παράκτιων περιοχών), με το 95% των αγαθών παγκοσμίως να μετακινείται μέσω θαλάσσης και με το μερίδιο της ελληνόκτητης ναυτιλίας να κυμαίνεται σταθερά στο 17-18% της διεθνούς μεταφέροντας το 19% περίπου αυτών, και με το μεγαλύτερο ποσοτό των εισαγωγών και των εξαγωγών της Ελλάδος να διακινείται δια θαλάσσης, είναι φανερό κι από αυτούς τους τρεις τομείς οι οποίοι αποτελούν τις τρεις σημαντικότερες οικονομικές δραστηριότητες της χώρας, πως, πέραν της ιστορικής και γεωστρατηγικής σημασίας, και το μεγαλύτερο ποσοστο της σύγχρονης εθνικης μας οικονομιας συνδεεται έμμεσα η άμεσα με την θάλασσα. Πως μπορούμε λοιπόν αυτό να το υπερασπιστούμε χωρίς ναυτική ισχύ; Με τα παρόντα δεδομένα, αδύνατον. Για αυτό και η Ελλάδα διατηρεί, με μεγάλο κόστος, ένα σχετικώς ισχυρό αλλά και καλώς εκπαιδευμένο πολεμικό ναυτικό. Γιατί είναι ζωτικής σημασίας για τον Ελληνισμό να έχει την κυριαρχία στα εγγύς του ύδατα, ιδίως σε περιόδους κατά τις οποίες απειλείται. 

Όπως όμως εξήγησαν οι θεωρητικοί της ναυτικής ισχύος, ο Mahan και ο Corbett, για να έχεις κυριαρχία στην θάλασσα δεν αρκεί να έχεις ναυτική ισχύ, πρέπει να έχεις ναυτική υπεροχή! 

Ύστερα λοιπόν από δυο και πλέον αιώνες, στην επέτειο των 200 ετών από την παλιγεννεσία μας, βρισκόμαστε στην δυσχερή θέση να κινδυνεύουμε να απωλέσουμε αυτήν ακριβώς την υπεροχή μας, και συνεπώς την απαραίτητη για εμάς θαλάσια κυριαρχία. 

Δυστυχώς τα εγχώρια ΜΜΕ έχουν ερμηνεύσει και εμποτίσει την συνείδηση του κοινού με την ιδέα πως η γείτονα, στην αναζήτηση της ενεργειακής της ασφάλειας και στη δίνη των πρόσφατων οικονομικών της προβλημάτων, αναζητά διέξοδο στην εύρεση κοιτασμάτων υδρογονανθράκων τα οποία θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί. Και πως αυτό είναι που προκαλλεί την πρόσφατη επιθετική συμπεριφορά της. Δυστυχώς. Γιατί αυτή η οπτική, κατά τον γράφοντα, είναι οπτική πορευομένου μύωπος ο οποίος κοιτάζει συνοφρυωμένος την κολόνα ελάχιστα πριν προσκρούσει σε αυτήν! 

Στην πραγματικότητα, μέσω αυτής της αμφισβήτησης των θαλασσίων ζωνών και των κατοχυρωμένων βάσει διεθνούς δικαίου δικαιωμάτων της χώρας μας, αμφισβητείται η ναυτική κυριαρχία της Ελλάδος στην περιοχή. Το καίριο ζήτημα δεν ειναι οι υδρογονάνθρακες (όχι πως είναι ένευ σημασίας). Εξάλλου είναι αβέβαιο, σε ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο και ασταθές περιβάλλον διεθνώς, έαν θα έιναι και συμφέρουσα και εθνικώς οφέλιμη η εξόρυξή τους στο άμεσο μέλλον. Αυτό που έχει σημασία είναι πως πλέον η γείνονα αμφισβητεί εμπράκτως την ναυτική μας υπεροχή. Και αυτό είναι κάτι το οποίο δεν έχουμε σε αυτήν την συγκυρία την πολυτέλεια να επιτρέψουμε. 

Τα τελευταία χρόνια βρισκόμαστε σε μια περιοχή ασταθή, ίσως την πιο ασταθή αυτήν τη στιγμή παγκοσμίως, με νέες εστίες συγκρούσεων να είναι έτοιμες να ξεσπάσουν ολόγυρά μας. Ίσως ακόμα, κατά πολλούς, και στο μεταἰχμιο μιας πολιτισμικής σύγκρουσης. Και μια αναθεωρητική δύναμη σχεδόν πάντα εκμεταλλέυεται την αστάθεια με σκοπό να ανατρέψει τα κεκτημένα, ενώ τα μέχρι τωρα γεγονότα, δεν αφήνουν πλέον αμφιβολλία ώς προς τον αναθεωρητισμό ή μη της γείτονος. Η εισβολή και επί χρόνια στρατιωτική κατοχή στην Κύπρο, οι συνεχείς εισβολές με τη χρήση διαφόρων προσχημάτων και καταλήψεις εδαφών σε Ιράκ και Συρία, αλλα και οι πιο πρόσφατες στρατιωτικές εμπλοκές της στην Αρμενία και στη Λιβύη, αποδεικνύουν ακριβώς πως πρόκειται για μια εμφανώς αναθεωρητική δύναμη η οποία δεν διστάζει να προβάλλει αλλά και να χρησιμοποιήσει την ισχύ της.

Τίθεται λοιπόν τώρα το εύλογο ερώτημα εάν η γείτονα έχει αναθεωρητική διάθεση και απέναντι στην χώρα μας. Σε περίπτωση για την οποίο υπάρχει αμφιβολία περί αυτου, αρκεί απλώς να ακούσουμε τις ίδιες τις εξαγγελίες της άλλης πλευράς (αμφισβητήση του διεθνούς δικαίου και των υπαρχόντων διεθνών συνθηκών, θεωρίες περί ζωτικού χώρου στις εγγύς θάλασσες κλπ). Ακόμη κι αν θεωρήσουμε ως δεδομένο πως υπάρχει σε αυτά κάποιος βαθμός υπερβολής για λόγους πολιτικών σκοπιμοτήτων, δεν μπορούμε να παραβλεψουμε πως α) εφόσον αυτές οι εξαγγελίες χρησιμοποιούνται κι έχουν απήχηση σημαίνει πως υπάρχει πιθανότατα τάση προς αυτό, και ακριβώς για αυτό η ρητορική αυτή εργαλειοποιείται, β) ακόμη κι εάν δεν υπήρχε τάση υποβόσκουσα προς αυτό, οι ρητορική αυτή εμποτίζει το κοινό με τέτοιες αντιλήψεις και δημιουργεί τέτοιες ακριβώς τάσεις, γ) διαχρονικά, όπως αναφέρουν πολλοί εκ των ειδικοτερων αναλυτών, η γείτονα πάντα μας φανερώνει τις προθέσεις της, και πάντα ετοιμάζει υπομονετικά δεκαετίες πριν και προσεκτικά τα βήματά της. Τα περιθώρια για παρερμηνία είναι πράγματι λίγα.

Το επόμενο ερώτημα το οποίο τίθεται είναι εάν θα τολμούσε η γείτονα να αμφισβητήσει ευρωπαϊκό χώρο. Το ερώτημα αυτό απαντήθηκε από τις γεωτρήσεις σε κυπριακή ΑΟΖ το 2019.  Συνεπώς, το τελευταίο ερώτημα που μένει είναι εάν πράγματι έαν έχει την πρόθεση να αμφισβητήσει την κυριαρχία μιας πολύ πιο ισχυρής στρατιωτικά χώρας από την Κύπρο, όπως η Ελλάδα, και να αναβαθμίσει την εμπλοκή της. Η απάντηση σε αυτό το τελευταίο ερώτημα δίδεται από το εξοπλιστικό πρόγραμμα το οποίο εκπληρώνει και με βάσει το οποίο προσπαθεί να αλλάξει τους συσχετισμούς ισχύος στην θάλασσα υπέρ της.  Συσχετισμούς έναντι άραγε ποἰου; Έναντι της Κύπρου που δεν έχει ναυτικό; Έναντι της Συρίας που επίσης δεν έχει ουσιαστικώς ναυτικό; Έναντι του Ιράκ με το οποίο δεν έχουν κοινή θάλασσα; Είναι προφανές πως το εξοπλιστικό πρόγραμμα του ναυτικού της γείτονος έρχεται να καλύψει μία ανάγκη, την στήριξη των διεκδικήσεων της απέναντι, πλέον, των θαλασσίων της γειτόνων, οσημαντικότερος εκ των οποίων είναι η Ελλάς. Οι όποιες διαφορές με τη Βουλγαρία δεν φαίνεται να είναι σημαντικές, ενώ οι διαξιφισμοί με τη Ρωσία με αφορμή την εκμετάλλευση των αλιευμάτων στη Μαύρη θάλασσα δεν είναι ζωτικής σημασίας. Είναι σαφές πως σημαντικότερες διεκδικήσεις της  στη θάλασσα της γείτονος αφορούν τον χώρο του Αιγαίου και την Ανατολική Μεσόγειο, περιοχές στις οποίες εμπόδιο στην απόκτηση της κυριαρχίας στέκεται η χώρα μας.

Ο Ελληνισμός όμως (συμπεριλαμβανομένης της Κύπρου), όπως εξηγήσαμε, δεν έχει την πολυτέλεια να απωλέσει την ναυτική υπεροχή και την κυριαρχία στα εγγύς του ύδατα, πάνω στην οποία βάσισε την παλιγεννεσία του και στήριξε (αλλά και στηρίζει ) την ελευθερία του. Θα σήμαινε από μερική εώς και πλήρη απλώλεια της εθνικής μας κυριαρχίας, και ίσως την αρχή του τέλους για αυτόν. Και αυτό είναι το καίριο πρόβλημα. Και σε αυτό κι εμείς καλούμαστε να απαντήσουμε. Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε λοιπόν πως μικρή σημασία έχει η αφορμή για την οποία ο κύριος στρατηγικός μας αντίπαλος επέλεξε να αμφισβητήσει την θαλάσσια κυριαρχία μας. Σημασία έχει πως πλέον είναι σε θέση να το κάνει. Και αυτό δεν μπορούμε να το επιτρέψουμε. Οφείλουμε να καταλάβουμε πως το διακύβευμα δεν είναι η εθνική μας αξιοπρέπεια, μερικά μίλια θάλασσα ή ενεργειακοί πόροι.. Αυτό που διακυβεύεται πραγματικώς, είναι ο Ελληνισμός!

ΧΛΑ 

Πηγες, ΕΛΣΤΑΤ, Τραπεζα της Ελλάδος