Τα Δωδεκάνησα ως μέρος μιας ιστορικής αδικίας

Είμαστε συνηθισμένοι πια να σκεπτόμαστε τα Δωδεκάνησα ως το νοτιοανατολικό άκρο του Αιγαίου αλλά και της Ελλάδος, μια από τις πιο ακριτικές ευρωπαϊκές επαρχίες, έναν τόπο εν πολλοίς μακρινό και συχνά δυσπρόσιτο (ιδίως κατά τους χειμερινούς μήνες) για τους κατοικούντες στην ηπειρωτική Ελλάδα. Έναν τόπο όχι πυκνοκατοικημένο (κυρίως για τα μη τουριστικά νησιά), χωρίς σημαντική πέραν του τουρισμού κύρια οικονομική δραστηριότητα,  ο οποίος, πέραν από πιθανός θερινός προορισμός, δεν έχει απασχολήσει ιδιαιτέρως τον μέσο Έλληνα. 

Κατά τον ίδιον όμως τρόπο κατά τον οποίον και η ξεχασμένη πλέον από όλους (ως το απότερο άκρο του ελληνικού χάρτη και τον ορισμό της παραμεθορίου) Θράκη, κάποτε ανθούσε ώς η άμεση περιφέρεια της αυτοκρατορικής πρωτεύουσας, της Κωνσταντινουπόλεως, έτσι και τα Δωδεκάνησα έσφιζαν από ζωή ως μέρος των νοτίων ακτών της Μικράς Ασίας, της ενιαίας δηλαδή περιοχής της αποκαλουμένης και αρχαίας Δωρίδας. Τοποθετημένα πάνω στον θαλάσσιο εμπορικό δρόμο από Βορρά προς Νότο (όπως και τα νησιά Ανατολικού Αιγαίου τα οποία αντιμετωπίσαν ανάλογη μοίρα), αλλά και ώντας ταυτοχρόνως, κυρίως τα νοτιότερα εξ αυτών, πάνω και στον θαλάσιο εμπορικό δρόμο από  Ανατολάς (ο βόρειος θαλάσσιος δρόμος από την Αίγυπτο και τη Συρία αλλά και ο κύριος θαλάσιος δρόμος από την Κιλικία, τον Λίβανο και την Κύπρο) προς Δυσμάς (προς τα την αγορά των βαλκανίων, αλλά και ολόκληρη την Ευρώπη), τα Δωδεκάνησα ανθούσαν, ιδιαιτέρως σε εποχές κατά τις οποίες υπήρχε σχετική ασφάλεια στους θαλάσσιους δρόμους. Υπήρξαν ζωτικό κομμάτι αυτὠν των θαλασσίων δρόμων, κι αυτοί οι θαλάσσιοι δρόμοι εν πολλοίς τα διαμόρφωσαν οικονομικώς, κοινωνικώς αλλά και πολιτισμικώς. Το τελευταίο μαλιστα, είναι βέβαια και εμφανές. Μόνο και μόνο εαν κάποιος κοιτάξει προσεκτικά την παράδοση των νήσων μας, πόσα από τα τραγούδια μας δεν προέρχονται από τη Μικρά Ασία, πόσα από αυτά δεν έχουν στίχους ίδιους με αυτά του Μαρμαρά και της Θράκης, πόσα από αυτά δεν αναφέρονται στην Κύπρο και την Πόλη! 

Αυτή όμως η πληθυσμιακή και οικονομική άνθιση έλαβε χώρα κυρίως σε περιόδους κατά τις οποίες δεν υπήρχαν σταθερά (και πόσο μάλλον θαλάσσια) σύνορα, με σχετικώς απρόσκοπτη δηλαδή την ροή των ανθρώπων και των αγαθών όπως κατά την κλασσική αρχαιότητα, ή σε περιόδους κατά τις οποίες οι θαλάσσιοι αυτοί δρόμοι, και το σημαντικότερο τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου μαζί με τα Μικρασιατικά παράλια, ανήκαν σε έναν ενιαίο γεωπολιτικό χώρο, όπως κατά την Ελληνιστική περίοδο, την Ρωμαιοκρατία και τους πρωτοβυζαντινούς χρόνους αλλά και την Οθωμανοκρατία.  Σε αυτές τις περιόδους, όπως προείπαμε, τα Δωδεκάνησά έσφιζαν από ζωή. Αυτό είναι φανερό και από τα πληθυσμιακά δεδομένα. Η Κάσος για παράδειγμα, την περίοδο πρίν τον ξεσηκωμό των Ελλήνων και το ολοκαύτωμα του νησιού το 1924 είχε πληθυσμό πάνω από 8 χιλιάδες όταν τώρα δεν έχει πολύ περισσότερους από χίλιους, ενώ η κατά πολύ μεγαλύτερη Κάρπαθος, της οποίας ο πληθυσμός είναι σταθερά μικρότερος των 7 χιλιάδων κατά των τελευτάιο αιώνα, σύμφωνα με επιστημονικές εκτιμήσεις οι οποίες βασίζονται στο μέγεθος των καλλιεργούμενων εκτάσεων της εποχής, μέχρι και τα τέλη του 19ου αιώνος θα πρέπει να έιχε πολλαπλάσιο (σε σύγκριση με τον σημερινό) αριθμό κατοίκων. 

Οι καιροί όμως, καθώς και τα γεωπολιτικά δεδομένα, άλλαξαν, το Αιγαίο μετά από συνεχείς και επώδυνους αγώνες ως επι το πλείστον απελευθερώθηκε, αλλά η μοίρα (και τα λάθη των προγόνων μας) έτσι τα έφερε ώστε να μην ανακτήσουμε ποτέ και την Μικρά Ασία. Ο ελευθερος ελληνικός κόσμος σταμάτησε ακριβώς πριν τα παράλιά της, και το 1947 και τα Δωδεκάνησά μας έγιναν μέρος αυτού, ολοκληρώνοντας της σημερινή εικόνα. Κάθε χρόνο την 7 Μαρτίου περηφάνως εορτάζουμε την ενσωμάτωση στην μητέρα πατρίδα. Και σωστά. Έτσι όμως αποκόπηκαν και οριστικώς πλέον (εάν λάβουμε την ιταλική κατοχή ως προσωρινό δεδομένο) από την όμορη τους περιοχή και από Μικρασιατικά παράλια, ουσιαστικώς για πρώτη φορά. 

Με τα περισσότερα από τα νησιά των Δωδεκανήσων να απέχουν από τον Πειραιά ο οποίος είναι το κύριο σημείο επικοινωνίας τους με την ηπειρωτική Ελλάδα από 8 έως και 25 ώρες (παραπάνω απο μια ημέρα ταξίδι) ακτοπλοϊκώς, όταν απο την εγγύς τους ηπειρωτική ακτή η απόσταση για τα περισσοτερα νησιά θα ήταν  λιγότερο από μισή με μια ώρα, είναι φανερό πως δεν είναι φυσιολογικό το οτί τα Δωδεκάνησα είναι αποκομμένα από τα μικρασιατικά παράλια, των οποίων αποτελούσαν ζωτικό και ενεργό κομμάτι για χιλιετίες. Κι αυτό, φυσικά, έχει συμβάλλει τα μέγιστα στην πληθυσμιακή παρακμή τους. 

Λόγω της αυξημένης αποστέσεως ο χρόνος και το κόστος της μεταφοράς επιβατών είναι πολλαπλάσιο από αυτό που θα ήταν φυσιολογικώς, κάτι το οποίο προφανώς μειώνει την επιβατική κίνηση αλλά και την δυνατότητα μετακίνησης των ίδιων των νησιωτών. Το κόστος μεταφοράς πρώτων υλών και προϊόντων στα νησιά από την μια, αλλά και εξαγωγής και διάθεσης των εντόπιων τους προϊόντων από την άλλη, αυξάνεται δραματικά, κάτι το οποίο αφενός αυξάνει τις τιμές και μειώνει την αγοραστική ικανότητα των νησιωτών αφετέρου έχει αρνητικό αντίκτυπο και στην ανταγωνιστική ικανότητα και στην  βιωσιμότητα της εξαγωγής των προϊόντων τους, ενώ, βέβαια, δεν πρέπει να ξεχνούμε πως οι Δωδεκανήσιοι έχουν αποκοπεί πλέον κι από όλες τις εγγύς τους αγορές! Και καθώς τα Δωδεκάνησα αποτελούνται ως επι το πλείστον από μικρά νησιά, χωρίς μεγάλη ενδοχώρα, πληθυσμό και πρώτες ύλες, ή δυνατότητες παραγωγής και εσωτερική αγορά (όπως η Κρήτη) που θα τα καθιστούσαν αυτάρκη, οι αγορές και η επικοινωνία με τα παράλια της Μικράς Ασίας ήταν πάντα ζωτικής σημασίας για αυτά.

 Από όλα αυτά φυσικά πλήττονται είτε άμεσα είτε έμμεσα όλοι οι τομείς της νησιωτικής τους οικονομίας (αγαθά και υπηρεσίες) και κάθε πτυχή της καθημερινής τους ζωής (από την παιδεία και την υγεία μέχρι και πιο απλές παροχές). Δεν είναι τυχαίο το ότι τα Δωδεκάνησα, αιμοράγησαν πληθυσμιακώς κατά τον τελευταίο αιώνα με τους Δωδεκανησίους να μεταναστεύουν είτε προς την πρωτεύουσα, είτε προς την Αφρική, την Αυστραλία και την Βόρειο Αμερική, με μόνον τον τουρισμό να συμβάλλει πλέον στην μερική αναστροφή του φαινομένου.

Αυτή η αφύσικη λοιπόν διακοπή επικοινωνίας με την ιστορική και φυσική τους περιφέρεια, πραγματικώς στέρησε τα μέγιστα από την οικονομική ανάπτυξη των Δωδεκανήσων. Κι αυτό γιατί επιθυμούσαμε (και σωστά) να ενσωματωθούμε στο (μοναδικό τότε) ελέυθερο ελληνικό κράτος. Και φυσικά αυτό το άρθρο δεν θα μπορούσε να υποστηρίξει πως κακώς είμαστε πλέον μέρος του ελληνικού κράτους. Είναι όμως μια αλήθεια η οποία δεν λέγεται, πως θα Δωδεκάνησα αδικούνται από αυτήν την αφύσικη κατάσταση. Το κράτος λοιπόν αυτό, προσπαθεί διαχρονικώς να αμβλύνει τα προβλήματα τα οποία προκαλούνται από αυτήν ακριβώς την αφύσικη κατάσταση, και να διορθώσει εν μέρει αυτήν την αδικία, με την λήψη συγκεκριμένων οικονομικών μέτρων, την υιοθέτηση μέτρων κοινονικής πολιτικής αλλά και την επιδότηση των γραμμών συγκοινωνιών. Αυτό όμως δυστυχώς (κι όπως έχει πολλάκις αποδειχτεί) δεν είναι επαρκές. Τα προβλήματα παραμένουν και θα παραμείνουν, κι αυτό πολύ δύσκολα θα αλλάξει καθώς παραμένει και η κύρια αιτία η οποία τα προκαλεί.

Όλα αυτά όμως είναι απλώς μια διαπίστωση. Ίσως ένα παράπονο. Ίσως και μια κρύφια ελπίδα. Δεν είναι απαραιτήτως προτροπή για μεταβολή της παρούσας κατάστασης. Πώς εξάλλου αυτό θα μπορούσε να αλλάξει;! Στο σύγχρονο διεθνές περιβάλλον, των ορισμένων και σταθερών ‘’σκληρών’’ συνόρων, καλώς ή κακώς, υπάρχουν συγκεκριμένοι κανόνες με τους οποίους πρέπει να συμπλέουμε και τους οποίους οφείλουμε να αποδεχτούμε και να υποστηρίξουμε. Και το τελευταίο είναι φυσικά ζωτικής σημασίας επί του παρόντος για την στήριξη της εθνικής μας κυριαρχίας και την υπεράσπιση των εθνικών μας συμφερόντων, ιδίως σε επικύνδυνους καιρούς σαν αυτούς τους οποίους διανύουμε. Γιατί, καθώς φαίνεται, στην περιοχή μας, κι όχι μόνο, εισερχόμαστε και πάλι σε περίοδο μεταβολών. Οφείλουμε λοιπόν, και παρά τις όποιες δυσκολίες, να νιώθουμε ευγνώμονες για αυτά που έχουμε, και να υπερασπιστούμε τα εθνικά μας συμφέροντα υποβαλλόμενοι αν χρειαστεί και σε μεγάλους κόπους και θυσίες για τον τόπο των προγόνων μας… Αυτό βέβαια, είναι και αμφίσημο! Όπως και η Θράκη και τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, έτσι και τα Δωδεκάνησα ίσως να έχουν ένα καλύτερο μέλλον αν…