Το πρόβλημα του τουρισμού όταν παγιώνεται ως μονοκαλλιέργεια

Καθώς η Ελλάς, για τους όποιους ιστορικούς, γεωπολιτικούς και γεωοικονομικούς λόγους (και παρά τις προσπάθειες κάποιων πολιτικών ηγετών κατά περιόδους να εκσυγχρονίσουν τη χώρα) δεν δημιουργησε ποτέ ουσιατικώς βαρια βιομηχανία, δεν εντάχθηκε ποτέ και στον πυρήνα των βιομηχανικών κρατών. Ως αποτέλεσμα αυτού η χώρα μας στράφηκε ιστορικώς στον πρωτογενή τομέα, την ναυτιλία και τις υπηρεσίες, προσπαθώντας να ελέγξει σε αυτούς τους τομείς και ένα τμήμα των Βαλκανίων. Καθώς όμως οι Ευρωπαϊκές πολιτικές (παρά την επιδότηση με την μορφή επιχορηγήσεων πολλών παραγωγικών δραστηριοτήτων) είχαν συνολικώς αντίστροφα αποτελέσματα και ώθησαν τον πρωτογενή τομέα σε παρακμή, η χώρα σταδιακώς στράφηκε ακόμη περισότερο στον τομέα των υπηρεσιών. 

Το γεγονός όμως πως και η οικονομική κρίση των τελευταίων δώδεκα ετών έπληξε και αφαίμαξε μεγάλο μέρος αυτού του οικονομικού κλαδου, είχε ως αποτέλεσμα μεγάλο μέρος της οικονομικής δραστηριότητας να ανακατευθύνεται πλέον στο μόνο κατά πολλούς αειθαλές προϊόν της Ελλάδος, την (κατά την ατυχή εκφραση) ‘’βαριά βιομηχανία’’ της χώρας,  τον τουρισμο.  Έκφραση ατυχή, γιατί όπως θα εξηγήσουμε ο τουρισμός, παρά την μεγάλη συνεισφορά του, δεν είναι βαριά βιομηχανία.  Μόνον η βαριά βιομηχανία είναι βαριά βιομηχανία.     

Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, ο τουρισμός όντως σταθερά συνεισφέρει τα τελευταία χρόνια το έν τέταρτον περίπου της εθνικής μας οικονομίας. Πράγματι, και ιδιαίτερα κατά την δύσκολη αυτή περίοδο για τη χώρα, ο τουρισμός υπήρξε αιμοδότης της ελληνικής οικονομίας, ενισχύοντας άμεσα ή έμμεσα τους περισσότερους κλάδους της (όπως, έστω και σε κάποιο βαθμό, τον κατασκευαστικό κλαδο, ο οποίος στην ουσία είχε καταρεύσει), αλλά και διέξοδος επενδυτική για τα λιμνάζωντα πλέον εγχώρια επενδυτικά κεφάλαια, κρατώντας στην χώρα ένα σημαντικό μέρος τους, το οποίο ειδάλλως θα εξέρρεε προς το εξωτερικό. Είτε άμεσα είτε έμμεσα απασχολεί εκατοντάδες χιλιάδων εργαζομένων όλων των ειδικοτήτων (κάποιες από τις οποίες μάλιστα δεν μπορούσαν πλέον απορροφηθούν από την ελληνική αγορά) περιορίζοντας ακόμη και την εκροή νέου και εξειδικευμένου ανθρωπίνου δυναμικού προς το εξωτερικό, ενω με την νέα τάση των βραχυχρόνιων μισθώσεων οικιών, ενισχύθηκε σημαντικά κι ένα τμήμα του πληθυσμού το οποίο δεν είχε ουτε την εμπειρία στον χώρο αλλά ούτε και μέχρι τότε την δυνατότητα να ασχοληθεί επαγγελματικώς με τον τουρισμό, στηρίζοντας ή και αναζωογονώντας ακόμη σε πολλές περιοχές την αγορά των ακινήτων. 

Όπως όμως απέδειξε το πανδημικό φαινόμενο το οποίο βίώνουμε με επώδυνο τρόπο (στην χώρα μας, αλλά και σε άλλες χώρες οι οποίες είχαν ανεπτυγμένο τουριστικό κλάδο), ο τουρισμός δεν είναι αειθαλής, αλλά ένα ευμετάβλητο, ευπαθές και ευαισθητο σε εξωγενείς παράγοντες προϊόν. Ο πανδημικός λοιπόν αυτός παράγων, ο οποίος έδρασε απροσδόκητα, ανεξέλεγκτα, ταχέως και με δραματικές συνέπειες σε παγκόσμιο επίπεδο, εξάνάγκασε τις περισσότερες χώρες διεθνώς να λάβουν προστατευτικά μέτρα με στόχο τον περιορισμό της εξάπλωσής του και την προστασία του πληθυσμού των από τον ιό. Οι διεθνείς μεταφορές επισκεπτών έπαυσαν, με τις αεροπορικές εταιρείες να φθάνουν στα όρια της χρεοκοπίας (και κάποιες από αυτές να μην την αποφεύγουν), η παγκόσμια κατανάλωση προϊόντων μειώθηκε σημαντικά, ενώ κι αλλοι κλάδοι σχετικοί με τη διεθνή επικοινωνία επλήγησαν σημαντικά.

Ένας απο αυτούς, ο οποίος ίσως επλήγη και σφοδρότερα όλων των άλλων, ήταν ο τουρισμός.  Όπως προαναφέραμε, διεθνώς αλλα και στην χώρα μας αναπτυσόταν ραγδαίως τα τελευταία χρόνια, με μεγάλες προσδοκίες για το μέλλον. Και σημαντικό κομμάτι του οικονομικού αλλά και αναπτυξιακού σχεδιασμού πολλών περιοχών είχε πλέον αυτόν ως σημείο αναφοράς. Κι ακριβώς αυτή η ολοένα και μεγαλύτερη επένδυση πόρων (και ελπίδων για οικονομική ανάπτυξη) πολλών περιοχών αλλά και ολόκληρων χωρών, μεγένθυνε και την αξάρτησή τους από αυτόν. Συνεπώς, και την έκθεσή των οικονομιών τους στο ευμετάβλητο του φαινομένου. 

Αυτό ακριβώς το ευμετάβλητο με τα καταστρεπτικά του αποτελέσματα ήταν που βίωσε φέτος η ελληνική οικονομία.  Η οικονομική δραστηριότητα στις τουριστικές περιοχές μειώθηκε κατά 90% και πλέον μονομιάς, με τους επιχειρηματίες του χώρου να μένουν άναυδοι, ένα μεγάλο μέρος του κλάδου να παύει (έστω και προσωρινώς) την δραστηριότητά του, και εκατοντάδες χιλιάδες εργαχζομένων να πλητονται, με δεκάδες χιλιάδες εξ αυτών των εποχικών υπαλληλων να φθάνουν στα όρια της οικονομικής εξαθλίωσης. Όταν έπαυσαν οι βραχυχρόνιες μισθώσεις οι τιμές των ακινήτων άρχισαν και πάλι να πέφτουν, σε κάποιες μάλιστα υποβαθμισμένες περιοχές οι οποίες είχαν αναζωογονηθεί από αυτό, κατακόρυφα. Και όλα αυτά φυσικά συμπαρέσυραν και όλους τους άλλους κλάδους τις οικονομίας, τους οποίους πλέον ο τουρισμός, έμμεσα ή άμεσα, στήριζε. Αποδείχτηκε λοιπόν περίτρανα αυτό που κάποιοι λίγοι σόφρωνες έχουν επισημάνει. Πως δεν νοείται βιώσιμη οικονομία και ανάπτυξη με λογίκή αρπαχτής, με την λογική στην οποία δηλαδή είχαμε αναπτύξει σε μεγάλο βαθμό το τουριστικό μας προϊόν. Πως σε μια ανεπτυγμένη οικονομία χρειάζεται σχεδιασμός. Και κάθε σοβαρός σχεδιασμός για να είναι βιώσιμος επιζητεί να στηριχθεί σε περισσότερους του ενός τομείς και απορρίπτει κάθε λογική μονοκαλλιέργειας. 

Αυτό, βέβαια, δεν είναι μια πολυσύνθετη στρατηγική την οποία μόνο τα αναπτυγμένα κράτη ακολουθούν. Από την πιο απλή αγροτική πρακτική μέχρι τις πιο σύνθετες επενδυτικές στρατηγικές, διδασκόμαστε πως είναι βασική αρχή της επιβίωσης το να υπάρχει ποικιλία στην παραγωγική διαδικασία, το να μην βασίζουμε το εισόδημά μας μόνο σε ένα αντικείμενο. Κι αν βασίσουμε ένα μερος της παραγωγής μας σε ένα αυαίσθητο προϊόν με μεγαλύτερη υπεραξία, θα πρέπει να αφιερώσουμε ένα άλλο σε ένα πιο σταθερό προϊόν το οποίο θα μας καλύψει τις βασικές ανάγκες και το οποίο θα μας στηρίξει, για να το πούμε απλά, στα δύσκολα. Οι περισσότερες μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες επενδύουν σε περισσότερους από έναν κλάδους, ενώ ακόμη κι ένας απλός αγρότης θα μας έλεγε πως είναι αυτοκτονικό μέτρο η μονοκαλλιέργεια. Εάν καταστραφεί μια σοδειά από ένα παράσιτο ή ένα καιρικό φαινόμενο, μπορεί να μην υπάρξουν σπόροι ή χρήματα για την επόμενη σοδειά. Πάντα υπάρχει και συμπληρωματική/δευτερεύουσα.

Αυτό ως αρχή εφαρμόζεται φυσικά σε ολόκληρες οικονομίες. Παραδείγματος χάριν, πολλές χώρες οι οποίες αποκτούν πλεονάσματα από ένα προϊόν αυξημένης απόδοσης όπως (λ.χ. οι υδρογονάνθρακες), επανεπενδύουν μέρος αυτών, είτε έμμεσα μέσω επιδοτήσεων είτε άμεσα μέσω ειδικών ταμείων διαχείρισης αυτών των κεφαλαίων, σε κλάδους με αυξημένη βιωσιμότητα ή με αυξημένη υπεραξία και απόδοση. Δεν είναι πως δεν εκτιμούν την απόδοση την οποία λαμβάνουν από αυτή τους την κύρια δραστηριότητα.  Κρίνουν όμως (και σωστά) πως πρέπει να μειώσουν τον βαθμό έκθεσης και εξάρτησης της οικονομίας τους από αυτό τον κύριο κλάδο και να δημιουργήσουν νέα ανταγωνιστηκά πλεονεκτήματα για την εθνική τους οικονομία. Γιατί κανένα προϊόν δεν είναι αιώνιο και κανένας κλάδος δεν παραμένει ανεπηρέαστος από τις συνεχείς μεταβολές του ανθρώπινου πολιτισμού και της οικονομίας. Ακόμα και ο πανίσχυρος κλαδος των ορυκτών καυσίμων, που τόσο έχει ιδεοποιηθεί στην χώρα μας κατά τα χρόνια της κρίσεως ως μια ως εκ θαυματος διέξοδος από την οικονομική δυσπραγία, έχει πληγεί σε μεγάλο βαθμό από τις περιβαλλοντικές πολιτικές των αναπτυγμένων κρατών και τις επενδύσεις σε ανανεώσιμές πηγές ενέργειας, ενώ επλήγη ακόμη περισσότερο κατά τη διάρκεια της πανδημίας λόγω της δραματικής μείωσης της κατανάλωσης καυσίμων και πρώτων υλών παγκοσμίως. Πόσο μάλλον ένας κλάδος πολύ πιο ευπαθής όπως ο τουρισμός.

Θα υπάρξει φυσικά ο αντίλογος πως χώρες με μικρότερη αναλογικώς έκθεση της οικονομίας τους στον τουρισμό, και καλύτερα δομημένο τουριστικό προϊόν είχαν παρόμοια ύφεση με την Ελλάδα. Και πράγματι η θερινή πρόβλεψη του ΟΟΣΑ έδειχνε μικρότερη ύφεση για την Ελλάδα για το 2020 σε σχέση με τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Οφείλουμε όμως να έχουμε υπόψιν μας πως α) αυτό σε μεγάλο βαθμό οφείλεται στην καλύτερη διαχείριση του πρώτου κύμματος της πανδημίας (για το οποίο σε έναν βαθμό σταθήκαμε και τυχεροί ώντας προειδοποιημένοι από το δράμα που διεκτυλίχθηκε στην γείτονα Ιταλία) και β) πως η ίδια έκθεση προέβλεπε αρκετά μικρότερη ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας κατά το επόμενο έτος (εφόσον φυσικά θε έχει παρέλθει το επιδημικό φαινόμενο), σε σχέση πάντα με τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Και αυτό, κατά τη γνώμη του γράφοντος, είναι γιατί είναι δυσκολότερο ως χώρα να επανεκινήσεις την οικονομία σου προσπαθώντας να επανακτήσεις την εμπιστοσύνη των επισκεπτών (τουριστών) μετά από ένα τέτοιο φαινόμενο, παρά όταν έχεις αναπτυγμένες παραγωγικές δυνατότητες (για τα προϊόντα των οποίων η ζήτηση επανακάμπτει συγκριτικά ευκολότερα).

Το επιδημικό φαινόμενο του κορονοϊού ήταν όμως κάτι το (μέχρι τώρα) σπάνιο και το απροσδόκητο. Για κάποιους, η κατάρευση ενός οικονομικού κλάδου κάτω από την πίεση ενός τόσο αναπάνταχου φαινομένου, δεν συνεπάγεται πως είναι και γενικότερα ευάλωτος. Ακόμη όμως κι αν παραβλέψουμε τις προειδοποιήσεις των ειδικών πως, λόγω την αύξησης της επικοινωνίας παγκοσμίως και της μείωσης των αποστάσεων, τέτοια φαινόμενα ίσως να εμφανίζονται στο εξής όλο και συχνότερα (ενώ παράλληλα θα είναι όλο και δυσκολότερο να περιοριστούν/ελεγχθούν), θα πρέπει να αναλογιστούμε τα εξής: 

Ο τουρισμός σαν φαινόμενο είναι κάτι που δεν μπορείς εύκολα να το ελέγξεις, εξαρτώμενο απο παράγοντες όπως διεθνή συμφέροντα και με μεγἀλο ποσοστό των τουριστικών ρευμάτων να ελέγχεται από μεγάλες εταιρείες-πράκτορες (tour operators) οι οποίες φυσικά έχουν τους δικούς τους σχεδιασμούς και εξυπηρετούν τα δικά τους (εταιρικά ή εθνικά) συμφέροντα. Αλλαγές στην διεθνή πολιτική, στις πολιτικές των εταιρειών, στις μόδες που ακολουθεί το καταναλωτικό κοινό ακόμα και στις διεθνείς ισοτιμίες των νομισμάτων μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά (θετικά ή αρνητικά) την τουριστική κίνηση μιας χώρας, και να στρέψουν τα ρέυματα των επισκεπτών προς αυτήν ή προς ανταγωνιστικές αγορές.  Συνεπώς η διαμόρφωση των ρευμάτων εξαρτάται από πολλούς παράγοντες και διαδικασίες, όχι πάντα διαφανείς, κι αυτό φυσικά μειώνει τον έλεγχο που μπορούν να ασκήσουν, ακόμα και προορισμοί με ένα καλώς δομημένο τουριστικό προϊόν, πάνω σε αυτό.

Και, πέραν αυτών, ο τουρισμός πρώτα και κύρια είναι εμπιστοσύνη. Ο κάθε επισκέπτης εμπιστεύεται τον χρόνο του, τα χρήματά του, τα όνειρά του για νέες εμπειρίες και αλησμόνητες αναμνήσεις, και το κυριότερο, την ασφάλειά του. Κι οποιοδήποτε γενονός, όχι μονον επιδημικό, μπορεί να επηρεάσει δραματικά την αίσθηση ασφάλειας την οποία ένας τουριστικός προορισμός (στην συγκεκριμένη περίπτωση η χώρα μας) εμπνέει στους επισκέπτες. Υπάρχουν πολλοί διάσημοι τουριστικοί προορισμοί παγκοσμίως οι οποίοι καταστράφηκαν τουριστικά είτε από κοινωνικές επιπτώσεις (όπως μεγάλη αύξηση της εγκληματικότητας) είτε από περιβαλλοντικές επιπτώσεις τις οποίες ακριβώς προκάλεσε το μεγάλο τουριστικό ρεύμα. Καιρικά ή και γεωφυσικά φαινόμενα, ή διεθνείς εξελίξεις όπως ένα τρομοκρατική χτύπημα ή ένα θερμό επεισόδιο (τα οποία βαίνουν προς όλο και πιο  συχνή εμφάνιση στην περιοχή μας), ιδιαίτερα σε μια εποχή διεθνών μεταβολών όπως αυτή που διανύουμε, επίσης δύνανται να διαμορφώσουν αρνητικά την εικόνα ενός προορισμού, να καταστρέψουν μια ολόκληρη σεζόν, ή ακόμα και να διαγράψουν μια χώρα από των χάρτη των επιλογών της παγκόσμιας τουριστικής αγοράς για τα επόμενα 50 χρόνια. 

Όλα αυτά, αποδεικνύουν πως ο τουρισμός, καθώς είναι ένα προϊόν ευμετάβλητο αλλά και ευπαθές, δεν είναι κάτι στο οποίο μπορεί ένα σοβαρό κράτος να στηρίξει αποκλειστικώς την οικονομική του ισχύ και να βασίσει την ευμάρεια των πολιτών του. Ιδίως σε περιόδους κατά τις οποίες οι αναθεωρητικές τάσεις στην περιοχή του είναι έντονες (όπως στην περίπτωση της Ελλάδος), και πόσο μάλλον με τη λογική της αναζήτησης του εύκολου κέρδους.  Για αυτό και το παρόν άρθρο τονίζει αυτήν ακριβώς την αδυναμία, χωρίς όμως να προτείνεται να σταματήσουμε να επενδύουμε στον τουρισμό. Πρέπει μολαταύτα να παύσει να αντιμετωπίζεται με την χρεωκοπημένη λογική της αρπαχτης, και κυρίως να αντιληφθούμε πως δεν είναι (όπως λέγεται) η βαριά βιομηχανία της χώρας μας, και πως δεν είναι φρόνιμο να βασίζουμε κυρίως σε αυτόν την οικονομική μας ανάπτυξη, με μια αποδεδειγμένως αυτοκαταστρεπτική λογική μονοκαλλιέργειας. Κι αν πράγματι αποκομίζουμε κάποιο καλό κέρδος από αυτήν μας την παραγωγική δραστηριότητα αυτήν τη στιγμή, πρέπει να συνειδητοποιήσουμε πως αυτό μπορεί να είναι πρόσκαιρο και πως καλό είναι να το αξιοποιήσουμε με ωριμότητα και να το χρησιμοποιήσουμε με σκοπό να αναπτύξουμε τα νέα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα της οικονομίας μας (νέες τεχνολογίες, ποιοτικά προϊόντα κλπ), όπως και να επενδύσουμε και σε άλλους κλαδους και παραγωγικές δραστηριότητες με μικρότερη ίσως υπεραξία αλλά λιγότερο ευάλωτους σε διεθνείς μεταβολές, με στόχο την μεγαλύτερη βιωσιμότητα της εθνικής μας οικονομίας.

 Συμπερασματικώς, σαν υπεύθυνο κράτος οφείλουμε να αναπτύσουμε το τουριστικό μας προϊόν με σύναιση, στρατηγική και σχέδιο, ώς ένα μέσο για την επίτευξη των εθνικών μας στόχων (οικονομική βιωσιμότητα, ευημερία κλπ) κι όχι ως αυτοσκοπό ή ως το μαγικό μηχάνημα το οποίο κόβει χρήμα. Διότι, πολύ απλά, όπως είδαμε, κάποια στιγμή μπορεί απλώς να σταματήσει απροσδόκητα να κόβει.